απάγω


απάγω
απάγω, απήγαγα βλ. πίν. 135
——————
Σημειώσεις:
απάγω : στον απλό προφορικό λόγο χρησιμοποιείται και ο τύπος απαγάγω στον ενεστώτα (βλ. και το ανάλογο φαινόμενο του κατάσχω, που προήλθε από τον αόριστο του κατέχω).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπάγω — lead away pres subj act 1st sg ἀπάγω lead away pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απάγω — (AM ἀπάγω) [άγω] αρπάζω και κρατώ κάποιον αρχ. 1. οδηγώ μακριά και κρατώ («ἀπάγουσι βόας καὶ ἴφια μῆλα» κλέβουν βόδια και παχιά πρόβατα, Όμηρος) 2. αφαιρώ, μετακινώ («ἀπάγω τὸ ἱμάτιον τοῡ τραχήλου», Πλούταρχος) 3. οδηγώ μακριά, αποσύρω («ἀπάγω… …   Dictionary of Greek

  • ἀπάξετε — ἀπάγω lead away aor subj act 2nd pl (epic) ἀπά̱ξετε , ἀπάγω lead away aor ind act 2nd pl (epic doric aeolic) ἀπάγω lead away fut ind act 2nd pl ἀπάγω lead away aor ind act 2nd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάξομεν — ἀπάγω lead away aor subj act 1st pl (epic) ἀπά̱ξομεν , ἀπάγω lead away aor ind act 1st pl (epic doric aeolic) ἀπάγω lead away fut ind act 1st pl ἀπάγω lead away aor ind act 1st pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαγάγετε — ἀπάγω lead away aor imperat act 2nd pl ἀπᾱγάγετε , ἀπάγω lead away aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀπάγω lead away aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηγμένα — ἀπάγω lead away perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀπηγμένᾱ , ἀπάγω lead away perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀπηγμένᾱ , ἀπάγω lead away perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάγαγε — ἀπάγω lead away aor imperat act 2nd sg ἀπά̱γαγε , ἀπάγω lead away aor ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀπάγω lead away aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάγῃ — ἀπάγω lead away pres subj mp 2nd sg ἀπάγω lead away pres ind mp 2nd sg ἀπάγω lead away pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάξουσι — ἀπάγω lead away aor subj act 3rd pl (epic) ἀπάγω lead away fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπάγω lead away fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάξουσιν — ἀπάγω lead away aor subj act 3rd pl (epic) ἀπάγω lead away fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπάγω lead away fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)